Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Ως γνωστόν, άλλο Tyson και άλλο Taison...



Σκόρπιες εντυπώσεις από το τριήμερο των Ευρωπαϊκών Κυπέλλων:

-  Έχω την αίσθηση ότι η νίκη του Ολυμπιακού ήρθε τόσο ευκολότερα από το αναμενόμενο, που σχεδόν…ξενέρωσε ακόμα και πολλούς από τους οπαδούς του. Όταν έχεις προετοιμασθεί για φοβερά δύσκολο παιχνίδι και η γηπεδούχος ομάδα δημιουργεί 2 ½ ευκαιρίες σ’όλο το 90λεπτο, κάπου αρχίζεις ν’αναρωτιέσαι για τη πραγματική δυναμικότητά της...Χωρίς αμφιβολία, όμως, τόσο το στήσιμο των ερυθρολεύκων, όσο και η εμφάνιση κυρίως των κεντρικών αμυντικών τους βοήθησαν στο να κρατηθεί το ‘μηδέν’. Με εξαίρεση το πρώτο εικοσάλεπτο, όπου η άμυνα του Ολυμπιακού σε αρκετές περιπτώσεις θύμιζε κάτι από… παλιά, οι ταχύτατοι και τεχνίτες επιθετικοί των Ουκρανών δεν απείλησαν ιδαίτερα. Και τώρα, όλοι στον Ολυμπιακό εύχονται να μη χρειαστεί σε μια εβδομάδα ο Μέγιερι να πραγματοποιήσει εμφάνιση ανάλογη του Κάρολ στον αγώνα με τη Ρουμπίν, για να προκριθούν στους ‘8’. Κάτι μου λέει όμως, ότι ο Βαλβέρδε δε θ’αφήσει τέτοια ευκαρία να πάει χαμένη. Από δω και μπρος, οι προκρίσεις ‘ακούγονται’ έντονα στην Ευρώπη, πόσο μάλλον στην Ισπανία… 
 
- Δε μπορώ να γνωρίζω αν το κάνουν σκόπιμα, αλλά Τζεμπούρ και Μιραλάς δίνουν την εντύπωση πως δεν θ’αλλάξουν πάσα, ούτε αν μείνουν μόνο οι δυό τους στο γήπεδο.

- Μάλλον στα «ψιλά» – με ελάχιστες εξαιρέσεις - πέρασε η ιστορική πρόκριση του ΑΠΟΕΛ από τα ‘ελλαδίτικα’ μέσα ενημέρωσης. Αναρωτιέμαι βέβαια αν θα ήταν προτιμότερο η μεγάλη επιτυχία της Κυπριακής ομάδας να τύχαινε της εκμετάλλευσης που συνήθως  απολαμβάνουν ανάλογες νίκες από τον ‘εθνικά υπερήφανο’ τύπο – μόνο και μόνο για να ξεχασθούν την επόμενη μέρα. Όπως και να΄χει, σε όλους τους συντελεστές –και μόνο σ’αυτούς - αξίζουν πολλά συγχαρητήρια – ένας από τους λόγους που ο αθλητισμός (έστω και με τα στραβά του)  παραμένει τόσο σημαντικός για τις κοινωνίες, είναι γιατί εκεί ακόμα ο Δαϋίδ μπορεί να ελπίζει ότι θα ρίξει κάτω τον Γολιάθ.

- Αλήθεια, ο κ. Σάντος που μοιάζει  να έχει βαλθεί να χρίσει διεθνή κάθε ποδοσφαιριστή που μιλά ελληνικά, μήπως θα πρέπει να ρίξει καμιά ματιά και προς Λευκωσία μεριά; Ας πούμε, πόσους τερματοφύλακες έχουμε αυτήν την περίοδο σε καλύτερη κατάσταση από τον Χιώτη;...

 - Κακά τα ψέματα: Αν ήσουν ουδέτερος τηλεθεατής, στα παιχνίδια του Ολυμπιακού και του ΑΠΟΕΛ δεν άντεχες πάνω από τέταρτο. Τουλάχιστον, στην Κύπρο σε κρατούσε κάπως ‘ζεστό’ η ατμόσφαιρα του γηπέδου, ενώ στην Ουκρανία η ‘παγωμάρα’ ήταν αβάσταχτη!

- Μετά λύπης μου, επιβεβαίωσα ότι η Premier League δεν είναι πια το ισχυρότερο πρωτάθλημα της Ευρώπης. Μετά την παταγώδη αποτυχία των ομάδων της στο Champions League, όπου η μετριότατη φέτος Tσέλση καλείται την άλλη εβδομάδα να σώσει τα προσχήματα, ήρθαν οι χθεσινές απογοητευτικές εμφανίσεις των δύο εκπροσώπων του Μάντσεστερ, να ενισχύσουν την άποψη ότι οι Αγγλικές ομάδες περνούν περίοδο μεγάλης κάμψης. Κι αν από τη Σίτυ, δεν περίμενα πολλά – έχει ακόμα πολλά ψωμιά να φάει στην Ευρώπη - για τη Γιουνάιτεντ δεν υπάρχουν δικαιολογίες: διασύρθηκε εντός έδρας από την 5η ομάδα της Primera Division! Άσχημο φεγγάρι ή βαθύτερο πρόβλημα

- Ο κανονισμός σύμφωνα με τον οποίο ο Εβρά τιμωρήθηκε με τεχνική ποινή επειδή κλώτσησε τη μπάλα χωρίς παπούτσι (αν όντως ισχύει) πρόκειται κατά τη γνώμη μου για τον γελοιοδέστερο σε όλα τα σπορ.

- Ίκερ Μουνιάιν: Η αποκάλυψη της χθεσινής βραδιάς. Ο νέος Μέσσι;! Χα! Ευτυχώς που δε χρειάζεται να χρησιμοποιήσω τέτοιες υπερβολές…Γεγονός όμως είναι ότι χθες το βράδυ, ο 19χρονος επιθετικός αύξησε την τιμή του στην αγορά κατά αρκετά εκατομμύρια, σε βάρος του Ράφαελ και του Ντε Χέα.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Ευτυχισμένα Γενέθλια, Kαράτε Κιντ...

Σήμερα ο Καράτε Κιντ -κατά κόσμον Ραλφ Μάκιο- έχει γενέθλια. Κλείνει τα 50 του χρόνια. Η είδηση αυτή αποδεικνύει ότι μια φαινομενικά άχρηστη πληροφορία την οποία μαθαίνεις κατά τύχη, μπορεί να σου χαλάσει τη διάθεση όλης της μέρας ή και όλου του σαββατοκύριακου ακόμα - αυτό μένει να αποδειχθεί. Γιατί;

Επειδή, αυτομάτως σχεδόν, συνειδητοποιείς πόσο έχεις μεγαλώσει εσύ. Αν ο Καράτε Κιντ πενηντάρισε, τότε εσύ, που όταν τον είχες πρωτοδεί στην ταινία τον είχες θεωρήσει σχεδόν συνομηλικό σου, πρέπει, που να πάρει ο διάολος, στην καλύτερη περίπτωση να τα πλησιάζεις! Ευτυχώς που τότε εκείνος μικρόδειχνε σε προκλητικό βαθμό, και ενώ έπαιζε τον γυμνασιόπαιδα, στην πραγματικότητα είχε αποφοιτήσει από το κολλέγιο και είχε προλάβει να συμμετάσχει και σε 3-4 ταινίες. 

Τo Karate Kid το πρωτοείδα σε θερινό σινεμά γνωστού 'θερέτρου' της Αττικής. Είχα ενθουσιασθεί τόσο πολύ που εκείνο το βράδυ σχεδόν δεν κοιμήθηκα. Τις επόμενες εβδομάδες το ξαναείδα τόσες φορές που είχα σχεδόν μάθει τους διαλόγους απέξω - το soundtrack δε, το είχα 'λιώσει'. Ζούσα εκείνη την ηλικία όπου όλα ακόμα ήταν πιθανά, όλα έλπιζες ότι μπορούσαν να συμβούν και σ'εσένα, όπως στον αγαπημένο κινηματογραφικό σου ήρωα....

Με τα χρόνια βέβαια, όποτε γινόταν λόγος για την ταινία, έπιανα τον εαυτό μου να χαμογελά ελαφρώς ειρωνικά - έχω ξεπεράσει την 'εμμονή' προ πολλού - πλέον γνωρίζω να εκτιμώ τις "καλές ταινίες"...
 
Είκοσι τόσα χρόνια μετά, αναζητώντας με πάθος την επόμενη προαναγγελία "ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων", το μάτι μου έπεσε τυχαία στην πιο τρομακτική απ'όλες τις σημερινές ειδήσεις: "O Kαράτε Κιντ έκλεισε τα 50!"...Τα πενήντα;! Aπίστευτο...

Ψάχνω την κασέτα VHS στην οποία έχω φυλάξει το έργο. Σκοπεύω να το ξαναδώ μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας για παροχή εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Ο Ντάνιελ-σαν ξέρω ότι χάσει-κερδίσει, δε θα με προδώσει.












Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Το καλό του να μην είσαι Πρίγκηπας...

                                                                                              Aπό το someecards.com

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Ο λύκος - η ιστορία ενός αληθινού κυνηγού

Τον Οκτώβριο του 2007, το ντεμπούτο ενός 28χρονου Λονδρέζου  έγινε το κύριο θέμα συζήτησης στην περίφημη έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης. Ο λύκος του Τζόζεφ Σμιθ (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Νοέμβριος 2009) είναι η σκληρή αλλά γοητευτική ιστορία ενός μοναχικού λύκου, που προσπαθεί να επιζήσει από έναν ασυνήθιστα βαρύ και μακρύ χειμώνα.

Ο Σμιθ επιλέγει να ορίσει τον ίδιο το λύκο ως αφηγητή – και στην ιδέα του αυτή χρωστά το βιβλίο μεγάλο μέρος της γοητείας του. Καθώς το χιόνι έχει σκεπάσει τα πάντα στο δάσος, ο τετράχρονος λύκος βρίσκεται στα όρια της λιμοκτονίας και αναζητά επειγόντως θήραμα. Έτσι, τον παρακολουθούμε -σαν τον ήρωα ενός video game- να τριγυρνά έχοντας ως μοναδική έννοια πως θα βρει το επόμενο θύμα του για να χορτάσει την πείνα του.

«Δεν υπάρχει άλλο ζωντανό πλάσμα εκτός από εμένα και μολονότι ο σβέρκος και τα πόδια μου είναι σφιγμένα από τη νευρικότητα, το παγερό τίποτα στο στομάχι μου με παρακινεί να συνεχίσω. Κάθε βήμα μου είναι βαρύ, λες και με έχουν βυθίσει στο νερό, είναι σαν να κολυμπάω μέσα στην ίδια μου τη λαχτάρα και να μην έχω άλλη επιλογή από το να φτάσω στην απέναντι όχθη και να σκαρφαλώσω στην ακτή.»

θα ξεγελάσει για λίγο την πείνα του μ’ένα λαγό κι ένα μικρό ελαφάκι, θα τα βάλει με ένα κοπάδι κοράκια, μέχρι που θ’αναγκασθεί να κατέβει στην πεδιάδα, όπου βρίσκεται το πλησιέστερο σπίτι, παρά το ότι  περιφρονεί  τα αδύναμα πρόβατα και απεχθάνεται την ανθρώπινη μυρωδιά. Παρ’όλα αυτά, δε κατορθώνει να χορτάσει την άγρια πείνα του κι αυτό αρχίζει να τον λυγίζει. Το δυνατό θηρίο, το αδίστακτο αρπακτικό φοβάται ότι η στέρηση θα τον αλλάξει, θα τον ‘μαλακώσει’.

«Δεν ήμουν ποτέ άλλοτε τόσο πεινασμένος, ή τόσο αδύναμος και παρότι έχω απόθεμα δύναμης, κάτι από μέσα μου βαθιά μού λέει ότι πρέπει να φάω γρήγορα και καλά. Αλλιώς θα γίνω κάτι άλλο, θα γίνω κάτι υποδεέστερο από ό,τι πρέπει να είμαι – μια αλλαγή σχεδόν ανεπανόρθωτη.»

 Και όταν μπροστά του εμφανίζεται ένα συγγενικό του ζώο, λιγότερο ρωμαλέο, αλλά πανέξυπνο, μια «μικροκαμωμένη, καστανοκόκκινη» αλεπού, θα εμπλακεί σε μια περίεργη σχέση, ένα παράξενο παιχνίδι εξουσίας που θ’αλλάξει δραματικά τη ζωή του.

Ο Σμιθ δε γράφει ένα βιβλίο τρόμου – αλλά ούτε εξωραιζει την εικόνα του λύκου. Τη μια στιγμή νιώθεις γι΄αυτόν αποστροφή, και την άλλη πιάνεις τον εαυτό σου να τον κοιτάζει με –έστω, κάποια- συμπάθεια.

Τα ζώα επικοινωνούν – όχι με τη φωνή, αλλά με τα βλέμματα. Ο κόσμος ιδωμένος από τα μάτια τους είναι σκληρός, αλλά παράδοξα ρεαλιστικός. Η ιδέα του συγγραφέα λειτουργεί – το βιβλίο δεν ήθελα να το αφήσω από τα χέρια μου, μέχρι τη σκηνή στη σπηλιά που τραβά λίγο περισσότερο απ’όσο θα προτιμούσα. Το δυνατό τέλος όμως με αποζημίωσε.

Το περασμένο καλοκαίρι ο Σμιθ κυκλοφόρησε τη δεύτερη νουβέλα του με ήρωα αυτήν τη φορά έναν ταύρο – ας ελπίσουμε ότι δε θα εξαντλήσει το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του στο ζωικό βασίλειο χωρίς να καταπιαστεί με το πιο άγριο των ζώων...

***


Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Ξανά στα γνώριμα, αγαπημένα μονοπάτια

Να λοιπόν, που οι R.E.M. δε λένε να το βάλουν κάτω. Πάνω που οι περισσότεροι  «ειδικοί» των μίντια, ετοιμάζονται να τους κατατάξουν στους «νοσταλγούς του ροκ εν ρολ», εκείνοι επιστρέφουν με τον ίδιο δυναμισμό, (σχεδόν) όπως 30 χρόνια πριν.

Πάνω που οι «αυθάδεις» 25άρηδες ετοιμάζονται να τους αντικαταστήσουν οριστικά στο i-pod με το next big thing –που κανείς δε θα θυμάται σε δύο χρόνια- εκείνοι διεκδικούν ακόμα το χώρο που τους ανήκει στο σήμερα.

Το "Collapse Into Now" (Warner, Μάρτιος 2011), το 15o album τους, δεν είναι ο δίσκος που θ’αλλάξει την ιστορία του ροκ - φευ, ποιο συγκρότημα θα μπορούσε να το κάνει αυτό στις μέρες μας; Είναι όμως ένα «τυπικό» δείγμα των R.E.M. όπως τους αγαπήσαμε: εκρηκτικά «ροκάκια», υπέροχες μπαλάντες, ευαίσθητοι στίχοι, …ακαταλαβίστικοι στίχοι, εντυπωσιακές συνεργασίες.

 Ο Jacknife Lee, παραγωγός των U2 και των μεγάλων επιτυχιών των Snow Patrol, συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τους R.E.M., μετά το «επιθετικό» "Accelerate" του ‘08, και το ‘δέσιμό τους’ είναι πλέον φανερό. Τα ‘γρήγορα’ κομμάτια είναι το ίδιο καταιγιστικά, αλλά η διαφορά προς το καλύτερο φαίνεται στα πιο ‘αργά’ tracks, που θυμίζουν κάτι από τις κλασικές μπαλάντες του τρίο από τα '90s.

O δίσκος  ξεκινά δυναμικά με το “Discoverer” και η κιθάρα του Peter Buck δείχνει αμέσως τις…προθέσεις της. O Μichael Stipe δίνει το στίγμα: "With just the slightest bit of finesse / I might have made a little less mess
But it was what it was / Let's all get on with it now».

Στο ακόμα πιο γρήγορο "All the Best", ο Stipe επιβεβαιώνει τη δυναμική επιστροφή του,...καρφώνοντας τους "άγουρους" ομότεχνούς του, που ίσως βιάστηκαν να τον ξεγράψουν: "I think I'll sing it a rhyme / I'll give it one more time / I'll show the kids how to do it fine."

Με τις πρώτες νότες του "Uberlin", το μυαλό σου γυρνά στα χρόνια του "Drive". Η φωνή του Stipe είναι όπως τότε που κέρδιζε καθημερινά χιλιάδες θαυμαστές και η ακουστική κιθάρα του Βuck συνοδεύει άψογα.

Ακόμα πιο ταιριαστά ακούγονται οι δυό τους - η βαριά, σπαρακτική φωνή του Μichael με το μαντολίνο του Peter - στο "Oh My Heart", ένα κομμάτι γραμμένο για τη Νέα Ορλεάνη και τα συνεχιζόμενα προβλήματά της.

Ο μεγάλος Eddie Vedder των Pearl Jam ενώνει τη φωνη του με αυτή του Stipe στο "Ιt happened today", από τα πιο «απλά», αλλά φωτεινά, αισιόδοξα tracks του δίσκου.

Το "Everyday is yours to win" είναι μια από τις μπαλάντες που λέγαμε παραπάνω, ταξιδιάρικη κι ονειροπόλα.

Το "Mine Smell Like Honey", παρά τον…ελαφρώς άκομψο τίτλο του, σε ξεσηκώνει και πάλι με το νεανικό ενθουσιασμό του και τους εντελώς…άκυρους στίχους του.
 
Κι εκεί που έχεις ανασάνει με το "Walk it Back", μια μπαλάντα για πιάνο και φωνή, το "Alligator Aviator Autopilot Antimatter", ξαναπατά τέρμα το γκάζι, με την …ευγενική συμβολή της Peaches στα φωνητικά.

Μεσολαβεί το  "Me, Marlon Brando, Marlon Brando and I", ελαφρώς υποτονική μπαλάντα, με δεικτικό όμως στίχο, και το album κλείνει ιδανικά με το "Blue", ένα μαγευτικό κομμάτι, για τον σύγχρονο μοναχικό άνθρωπο που προσπαθεί να επιβιώσει σ’έναν αφιλόξενο κόσμο:
"I don't mark my time with dates, holidays, faded wisdom, locked karma holders / Convenient / I am made by my times / I am a creation of now /
Shaken with the cracks and crevices / I'm not giving up easy / I will not fold / I don't have much / But what I have is gold."
Η Patti Smith στα φωνητικά  θυμίζει το "Ε-bow the letter" και οι συνειρμοί είναι αναπόφευκτοι. Είναι το "Collapse…" η καλύτερη δουλειά των αγαπημένων “Αθηναίων” από "το New Adventures in Hi-Fi?" του ’96;

Μικρή σημασία έχει η απάντηση. Αυτό που για μένα έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι οι R.E.M. πέτυχαν κάτι δύσκολο. Να με κάνουν να ανυπομονώ για το επόμενο δίσκο τους – κάτι που είχα πάψει να κάνω τα τελευταία χρόνια.
   
***1/2
  

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Παίξτε μπάλλα! (...χωρίς "ρεεε!")


Το μπέιζμπολ δε θα γίνει ποτέ δημοφιλές στην Ελλάδα. Είχε τη μεγάλη του ευκαιρία το καλοκαίρι του 2004, όταν τα γήπεδα του Ελληνικού γέμισαν από φιλάθλους, οι οποίοι χωρίς να γνωρίζουν ούτε τους κανονισμούς, περνούσαν υπέροχα κι έφευγαν κατευχαριστημένοι. Το ξέρω γιατί ήμουν εκεί.

Αυτόν τον κόσμο, το ελληνικό μπέιζμπολ δεν μπόρεσε να τον κρατήσει. Ίσως δεν είχε πέσει στα κατάλληλα χέρια, ίσως τα χρόνια που ακολούθησαν την Ολυμπιάδα να μην επέτρεπαν σ’ έναν σπόρο να βλαστήσει.

Κι επειδή άλλη Ολυμπιάδα δε θα ξαναδούμε σ’αυτήν την πλευρά της γης, η ευκαιρία χάθηκε. Αφήστε, που ούτως ή άλλως, το μπέιζμπολ είδε την έξοδο από το πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012…

Κρίμα. Γιατί το μπέιζμπολ είναι ένα υπέροχο παιχνίδι! Οι φίλοι μου ισχυρίζονται ότι είναι αργό. Κατ’αρχήν, αυτό είναι ειρωνικό να το ακούς από άτομα που κάθονται τρεις ώρες στην καφετέρια για να πιουν ένα ποτήρι καφέ…Το μπέιζμπολ δεν είναι αργό. Έχει εσωτερικό ρυθμό. Αν αφήσεις τον εαυτό σου να τον νιώσει, τότε θ’απολαύσεις τον αγώνα. Το μπέιζμπολ , σε αντίθεση, π.χ. με το μπάσκετ,  σου δίνει τη δυνατότητα να εκτιμήσεις τη κάθε φάση, να αισθανθείς την απογοήτευση της αποτυχημένης προσπάθειας και να εκτιμήσεις την επιτυχημένη.

Οι ίδιοι φίλοι μου αντιδρούν στην ιδέα να παρακολουθήσουν ένα παιχνίδι που ανακαλύφθηκε από τους Αμερικανούς...για τους Αμερικανούς. Είναι όμως έτσι; Μάλλον όχι. Γιατί το μπέιζμπολ είναι εξέλιξη του rounders και του κρίκετ, τα οποία ανακαλύφθηκαν στα βρετανικά νησιά. Και μπορεί το μπέιζμπολ να μην έχει τη γεωγραφική εξάπλωση του ποδοσφαίρου ή ακόμα και του μπάσκετ, αλλά είναι το πιο δημοφιλές σπορ σε χώρες με μεγάλη αθλητική παράδοση, όπως η Ιαπωνία και η Κούβα.

Είναι αλήθεια όμως ότι πουθενά το μπέιζμπολ δε λατρεύτηκε τόσο όσο στις ΗΠΑ. Πουθενά αλλού δε συνδέθηκε τόσο στενά με τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Για περίπου έναν αιώνα, από το 1860, μονοπωλούσε σχεδόν το ενδιαφέρον των παιδιών, αλλά και των μεγαλυτέρων. Η ευκολία  με την οποία παίζεται και η απλότητα των κανονισμών του επέτρεπε σε όλους να ασχοληθούν μαζί του – με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Mερικά από τα πιο επιτυχημένα strips του Charles Schulz για τα Peanuts είχαν θέμα το μπέιζμπολ
Το παιχνίδι γέννησε θρύλους και ιστορίες αμέτρητες. Κανένα άλλο σπορ στην ιστορία του αθλητισμού δεν τράβηξε το ενδιαφέρον τόσων λογοτεχνών, όσο το μπέιζμπολ. Ποιος ξέρει γιατί; Ίσως γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται να γράφουν γι’αυτά που γνωρίζουν – κι αυτά που αγαπούν. Ο Ρόμπερτ Φρόστ έγραψε ότι δεν ένιωσε ποτέ πιο άνετα στην Αμερική, από τις ώρες που παρακολουθούσε μπέιζμπολ. Ο Γουόλτ Γουίτμαν δήλωσε κάποτε ότι το μπέιζμπολ είναι εξίσου σημαντικό για την ιστορία των ΗΠΑ όσο το σύνταγμα και οι νόμοι τους.
  
Αναμφισβήτητα όμως την πιο στενή σχέση με το μπέιζμπολ φαίνεται να έχει ο Φίλιπ Ροθ, αν κρίνουμε από τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται στα έργα του: από το Σύνδρομο Πoρτνόι (1969) και τo Great American Novel (1973) μέχρι το Αμερικανικό Ειδύλλιο (1997), τα έργα ίσως του μεγαλύτερου εν ζωή αμερικανού συγγραφέα «μυρίζουν» έντονα φρεσκοκομμένο γρασίδι και χώμα.  

Στην πρεμιέρα της σαιζόν του 1973, ο Ροθ έγραφε στους New York Times, ότι  για εκείνον το μπέιζμπολ  ήταν  «το παιχνίδι που αγαπούσε με όλη του την καρδιά, όχι μόνο επειδή διασκέδαζε παίζοντας το (η διασκέδαση ερχόταν σε δεύτερη μοίρα, στην πραγματικότητα), αλλά για τη μυθική και αισθητική διάσταση που έδινε στη ζωή ενός αγοριού στην Αμερική - ειδικά ενός, οι παππούδες του οποίου μετά βίας μιλούσαν Αγγλικά».

Και εξηγούσε: « Το μπέιζμπολ ήταν ένα είδος κοσμικής εκκλησίας που διαπερνούσε κάθε τάξη και γεωγραφική περιοχή του έθνους, και συνέδεε εκατομμύρια επί εκατομμυρίων από εμάς  με κοινές ανησυχίες, κοινά είδωλα, τελετουργίες, ενθουσιασμούς και ανταγωνισμούς… - το μπέιζμπολ, με τις παραδόσεις και τους θρύλους του, την πολιτιστική του δύναμη, τη σύνδεση με συγκεκριμένες εποχές του έτους, την έμφυτη αυθεντικότητα, τους απλούς κανόνες και τις ξεκάθαρες τακτικές του, τα διαστήματα πλήξης και τις συγκινήσεις του, την ευρυχωρία, την αγωνία για την τελική έκβαση, τους ηρωισμούς, τις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά,  τη δική του διάλεκτο, τους ‘χαρακτήρες’ του, την παραδόξως υπνωτική ανία του, τη μυθική μεταμόρφωση του άμεσου- ήταν η λογοτεχνία της παιδικής μου ηλικίας.» 

Όταν οι ομάδες του επαγγελματικού πρωταθλήματος μπέιζμπολ των ΗΠΑ (Major League Baseball) ξεκινούν την προετοιμασία τους, ξέρεις ότι η άνοιξη αν δεν έχει φθάσει ήδη, βρίσκεται πολύ κοντά. Και κάθε αρχές Απρίλη, το πρωτάθλημα ξεκινά. Οι νικητές των κατηγοριών θα ανακηρυχθούν μετά από 162 αγώνες της κανονικής περιόδου, που διαρκεί σχεδόν 6 μήνες – μέχρι τις αρχές Οκτώβρη. Να, πιθανώς, ένας ακόμα λόγος που το μπέιζμπολ είναι τόσο παράξενα γοητευτικό – η μεγάλη διάρκεια της περιόδου. Μια καλή αρχή δεν εγγυάται την επιτυχία – και αντίστροφα, ένα κακό σερί αγώνων δε σε καταδικάζει. Ο ικανότερος και ο πιο δυνατός – σωματικά και ψυχικά – θα επικρατήσει, όχι ο πιο τυχερός ή ο ευνοημένος από ένα διαιτητικό λάθος.

Η φετινή περίοδος ξεκίνησε πριν από 12 ημέρες, χωρίς το μεγάλο φαβορί. Στην American League, επικρατέστερες ομάδες θεωρούνται οι «συνήθεις ύποπτοι» New York Yankees, oι αιώνιοι αντίπαλοί τους Boston Red Sox, οι περυσινοί φιναλίστ Texas Rangers και η ομάδα που υποστηρίζει ο Πρόεδρος Ομπάμα, Chicago White Sox.

Στην National League, επικρατέστεροι στα προγνωστικά έρχονται οι κάτοχοι του τίτλου San Francisco Giants  και ακολουθούν οι Philadelphia Phillies, οι Αtlanta Braves, και οι Cincinnati Reds. Οι νικητές των δύο κατηγοριών θα αναμετρηθούν στα τέλη Οκτωβρίου στην περίφημη World Series, την τελική φάση των πλέι οφ.

Μέχρι τότε, όμως, έχει πολύ παιχνίδι ακόμα. Πολλές συγκινήσεις, πολλές χαρές κι απογοητεύσεις. Όπως η ζωή ένα πράγμα.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Service... χαμένο στην ομίχλη


Βρισκόμενος πριν από λίγες εβδομάδες στα Τρίκαλα Κορινθίας, συνειδητοποίησα για  μια ακόμη φορά  δυο πράγματα:

Πρώτον, πόσο τυχεροί θα πρέπει να αισθάνονται οι Έλληνες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε τόσο όμορφα μέρη. Τα οποία μάλιστα με τη βοήθεια γενναιόδωρων  επιδοτήσεων και λοιπών ευνοικών  ρυθμίσεων φρόντισαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο.

Δεύτερον, το πόσο εύκολα ορισμένοι από τους παραπάνω συμπατριώτες μας μπορούν να γίνουν (ή να λέγονται) ξενοδόχοι. Ως αποτέλεσμα, η αντιμετώπιση και η εξυπηρέτηση παραμένουν συχνά σε αντιστρόφως ανάλογα επίπεδα από τις...τιμές!.

Για τις τιμές, δε θα γκρινιάξω ιδιαίτερα. Μπορεί να θεωρώ (ή και να είναι όντως) ακριβή η διαμονή, όταν για ένα βράδυ υποχρεούσαι να δώσεις σχεδόν το…βδομαδιάτικό σου, αλλά προφανώς υπάρχουν αρκετοί που το διαθέτουν – αλλιώς θα υπήρχε ‘διόρθωση’, σωστά!; Συνεπώς, αφού αποφασίζεις να τα δώσεις...

Αλλά, βρε παιδιά, τουλάχιστον προσπαθήστε να με κάνετε να πω ‘χαλάλι’ και όχι ν'αναθεματίζω την ώρα και τη στιγμή!...Και πιστεύω ότι δε ζητάω πολλά. Εξηγούμαι:

O καλός ξενοδόχος μας ήξερε ακριβώς την ώρα άφιξής μας. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι άναψε το καλοριφέρ μόλις μας είδε να «στρίβουμε από τη γωνία», γιατί το δωμάτιο ήταν ψυγείο. Και φυσικό ήταν να παραμείνει έτσι όλο σχεδόν το πρώτο βράδυ…

Το πρωινό που περιλαμβανόταν στην τιμή (μεγάλη ευκαιρία!) θα το ετοιμάζαμε μόνοι μας. Αυτή η λύση είναι πολύ της μόδας τελευταία, με την πρόφαση ότι «δε χρειάζεται να ξυπνήσουμε από τις 8 η ώρα». Δεκτό μέχρι ενός σημείου, αν κι εγώ θεωρώ ότι είναι για τους περισσότερους ιδιοκτήτες ένας ακόμα τρόπος να περιορίσουν τα έξοδά τους.

Μήπως όμως θα έπρεπε το «πολυτιμότερο γεύμα της ημέρας» να περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από 2 φέτες φρέσκο ψωμί, πολυκαιρισμένα κρουασάν και προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας» από το σούπερ μάρκετ τoυ Ξυλοκάστρου;! Τι λέτε εσείς;...

Τα ξύλα για το τζάκι περιλαμβάνονταν στην τιμή και αυτά (τελικά, μήπως τους έπιασα εγώ κορόιδο;!...). Mόνο που ήταν τόσο λίγα που δεν κρατούσαν πάνω από δυο-τρεις ώρες και αν δεν μας έφταναν, έπρεπε να τα χρεωθούμε έξτρα! Για τους μη γνώστες, να σημειώσω ότι τα ξύλα για το τζάκι κοστίζουν στην Αθήνα γύρω στα 180 Ευρώ, o τόνος! Αναγνωρίζω ότι αυτήν την πρακτική την έχω συναντήσει και σε άλλους «δημοφιλείς χειμερινούς προορισμούς», αλλά δε νομίζετε ότι κάπου το παρατραβάτε; Πόσα κιλά να κάψω σε δύο βράδια; 20;  50; Κάντε τη διαίρεση και βγάλτε συμπέρασμα για το αν δικαιολογείται η επιπλέον χρέωση.

Το σταματώ εδώ. Δε θα ονοματίσω τον ξενώνα που έμεινα γιατί θέλω να προφυλάξω τους κατά τα άλλα συμπαθείς ιδιοκτήτες του από τους πέντε αναγνώστες μου. Αλλά φοβάμαι ότι μόνοι τους κάνουν κακό στην ίδια τους την επιχείρηση.Και η κότα που γεννά τα χρυσά αυγά έχει αρχίζει να γερνά.

Αντίθετα, συνολικά καλές εντυπώσεις αποκομίσαμε από τις ταβέρνες και τα καφέ που επισκεφθήκαμε. Φάγαμε  «κλασική» ελληνική κουζίνα, αξιοπρεπή και σε λογικές τιμές, στου Δεκλερή και στην Πινακωτή, και νοστιμότατα γλυκά της…γιαγιάς στο Βαρνεβό.

 Δυστυχώς όμως (ή κατ’άλλους, ευτυχώς) όλο το σαβατοκύριακο μας έκανε συντροφιά μια μεγαλοπρεπέστατη ομίχλη, που δεν είχα ξανασυναντήσει στην Ελλάδα. Σκέπαζε επίμονα όλη την πλαγιά και μας εμπόδισε να βγούμε πιο έξω από τα Τρίκαλα. 

Οχι ότι μας χάλασε και πολύ, βέβαια. Οι  βόλτες ανάμεσα στα έλατα, τα μαύρα πεύκα και τις καρυδιές, με τη συντροφιά της μυρωδιάς από το τζάκι, ήταν απολαυστικές.

Με το αυτοκίνητο, φτάσαμε μόνο μέχρι το χιονοδρομικό της Ζήρειας, μετά από πανέμορφη όσο και δύσκολη, λόγω του συνδυασμού χιονιού και ομίχλης, διαδρομή. Απ’ό,τι μαθαίνω,  η πίστα του ενδείκνυται για αρχάριους, περισσότερες λεπτομέρειες όμως δεν μπορώ να δώσω γιατί δεν έβλεπα ούτε τη μύτη μου. Το λιφτ παρέμεινε εκτός λειτουργίας και μόνο ένα-δύο snow mobiles και φυσικά η ενοχλητικά δυνατή μουσική του σαλέ, διατάραζαν την γαλήνη.

 Δ
             Μικρό διάλειμμα καθαρού ουρανού λίγο πριν από το χιονοδρομικό

Παρόλες τις (μικρές) αντιξοότητες όμως, οι μέρες πέρασαν πολύ γρήγορα.Και όμορφα. Κάτι μου λέει ότι όλα έγιναν για ν’αναγκασθώ να επισκεφθώ ξανά την περιοχή. Διαβάζω ότι την άνοιξη η Ζήρεια είναι πανέμορφη...